Στο κάλεσμα ανταποκρίθηκαν αμέσως οι ώρες μιας και έμαθαν πως ψάχνει η ζωή του ανθρώπου να βρει ποια είναι η πιο σημαντική..Στρογγυλοκάθισαν γύρω από το μεγάλο τραπέζι, και χωρίς πολλά-πολλά, άναψε η συζήτηση..Πρώτη η ώρα του ξυπνήματος..Είμαι η πιο σημαντική είπε, γιατί χωρίς εμένα οι άνθρωποι δεν θα χαίρονταν τίποτα αφού θα κοιμόντουσαν συνέχεια.. Είμαι η πρώτη και η σημαντικότερη…Μετά, ήρθε η σειρά της μάθησης, για τα παιδιά..Εγώ δίνω τα εφόδια στη ζωή να μπορεί να αντιμετωπίσει τα πάντα με τη γνώση.. Εγώ παίζω τον σπουδαιότερο ρόλο..Η ώρα της εργασίας εκνευριζόταν.. Ήρθε και η σειρά της όμως..Έχω και δουλειές να κάνω, είπε.. Εγώ προσφέρω τα περισσότερα στη ζωή..Εγώ δίνω την οικονομική άνεση μέσω της αμοιβής από την εργασία.. Χωρίς εμένα, η ζωή δεν θα έβλεπε καμία χαρά..Περνάει η ώρα και το στομάχι μου γουργουρίζει, τους διέκοψε η ώρα του φαγητού..Χωρίς εμένα, δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχει ζωντάνια.. Νηστικό αρκούδι δε χορεύει..Κουρασμένη όμως από τις πολυλογίες, η ώρα της ανάπαυσης είπε καθώς χασμουριόταν..Εγώ βρε.. Αν δεν ήμουν εγώ, όλα θα ήταν ένα χάλι… Οι άνθρωποι, ένα πτώμα..Η ζωή, παρατηρούσε τα πάντα.. Φύσαγε, ξεφύσαγε.. Ήταν πολύ δύσκολη απόφαση..Περνούσε ξανά και ξανά το βλέμμα της από όλες τις ώρες, μα δεν μπορούσε να ξεχωρίσει καμιά.. Θόλωσε λίγο από τη φασαρία.. Κουράστηκε ίσως..Ακόμα και οι ίδιες οι ώρες, αστεία-αστεία, κουράστηκαν, νευρίασαν, έφτασαν να λογομαχούνε και λίγο ακόμη να πιαστούν και στα χέρια..Η μεγάλη διπλή ξύλινη πόρτα άνοιγε πού και πού από τα χέρια ενός μικρού κοριτσιού..Έμπαινε λίγος ήλιος.. καθάριζε η ατμόσφαιρα.. Κάποια στιγμή, άνοιξε λίγο παραπάνω και φάνηκε ένα σμήνος αποδημητικά πουλιά να περνούν έξω, στη λιακάδα..Κάπως αγαλλίασαν όλοι..Κοιτούσαν το γελαστό κορίτσι που τελικά, έπαιζε με την πόρτα προκαλώντας τους..Η ζωή, το κάλεσε να έρθει στην αίθουσα..Ποια είσαι εσύ μικρή μου ;Είμαι ασήμαντη κυρία ζωή.. Είμαι μικρή και ίσως να μη μεγαλώσω ποτέ.. Δεν είμαι ούτε καν μια κανονική ώρα.. Είμαι λίγα λεπτά μόνο.. Στιγμές.. Που έρχονται και φεύγουν..Και τι κάνεις εσύ ; Πώς δεν σε ξέρω ;Κάνω κυρία ζωή, να περνάτε με χαρά τις δυσκολίες, να χαίρεστε στιγμές, ακόμη και αν περνάτε πολύ δύσκολα.. Δίνω το κουράγιο.. Δίνω την ανάσα..Χαρίζω μια γουλιά νερό, ίσως μια κούπα κόκκινο κρασί.. Χαρίζομαι σε σας..Παίρνω τα δαγκώματα και τα ανταλλάσω με ένα φιλί..Ένα παγερό βλέμμα το κάνω αγκαλιά.. Και φυσικά δεν με θυμάστε..Κανείς δεν θέλει να με θυμάται γιατί στην ώρα μου, στα λεπτά μου, ο καθένας κάνει ότι αισθάνεται, ότι θέλει και όχι πρέπει.. Και συνήθως, πολλοί δεν θέλουν να θυμούνται πως ήρθε έστω μια στιγμή που δεν όριζαν τον εαυτό τους..Πως πέρασαν τα όριά τους.. μα αυτό κάνω εγώ και θα το κάνω ζωή μου, γιατί με έχεις ανάγκη.. Για να αντέξεις, να πονέσεις, να αγαπήσεις, να κλάψεις και να συνεχίσεις να υπάρχεις.. κι ας με περιφρονήσεις αφού έτσι νιώθεις πιο δυνατή..Είμαι το διάλλειμα.. που σε ακολουθεί από τα πρώτα σου βήματα, από τις στιγμές του ξέγνοιαστου παιχνιδιού ως τα τελευταία που θα σου δώσω εικόνες να αναπολείς , στιγμές που άξιζες να ζήσεις..Και ξέρεις κάτι ζωή μου ; Δεν θέλω να μου δώσεις τον πρώτο ρόλο γιατί αυτόν τον έχεις εσύ..Εγώ και οι ώρες σου, είμαστε απλά οι επιλογές σου..Και τη λύση έδωσε η σιωπή.. Αυτή που τίποτα δε λέει, κι όλα τα μολογάει..
Δίπλα από τη ζωή μου , μόλις δυό μέτρα πέρασα Κι ο δρόμος έγινε βουνό.. Ανέβηκα και γέρασα.. Μόλις δυο μέτρα χώριζαν απ' το γκρεμό το δρόμο κι ένα κενό μεγάλο, απ' τη χαρά ως τον τρόμο. Φυλάω τα δυο μέτρα μου, σφιχτά θα τα κρατήσω. Δυο μέτρα μου 'ναι αρκετά στη γη όταν γυρίσω.
Καλά μου τα ‘λεγες μάνα καημένηΚαθώς σου ξέφευγα απ’ την αγκαλιάπως η πατρίδα μας κατάντησε χαμένην’ αναζητά του Ιούδα τα φιλιάΤα σύννεφα πυκνά τον ήλιο κρύβουνκαι η βροχή λεκιάζει το κορμίΣτις λιγοστές αχτίδες όλοι σκύβουνκαι η νύχτα πάλι βρίσκει αφορμήΟι μάνες δε γνωρίζουν τα παιδιά τουςκαι οι φίλοι γίναν άρπαγες, ληστέςΟι αγρότες φαρμακώνουν τη σοδειά τουςκαι οι Πύλες τ’ ουρανού είναι κλειστέςΣτους δρόμους οι αστυνόμοι κάνουν φόνουςκαι οι παπάδες βιάζουν τις γριέςκι απ’ τους κατάδικους τώρα τους μόνουςακούς κηρύγματα και προσευχέςΜωρά δεν κλαίνε για το φαγητό τουςμήτε την αγκαλιά τη μητρικήΟι νέοι στο όρθιο κατηχητικό τουςμε κινητό, ποτό και μουσικήΤα δάκρυά μου τρέχουν στους Αιώνεςκαι μ’ αίμα μοιάζει κόκκινο, πηχτόΚι άλλοι κρυώνουν τώρα στους ΧειμώνεςΚι άλλοι δουλεύουν σίδερο καυτόΑδέρφια μοναχοί και όλοι αντάμαστον Άγνωστο Θεό μια προσευχήν’ ακουστεί πάλι του μωρού το κλάμακαι η καλή της μάνας η ευχήΠοτέ πια το κεφάλι να μη σκύψειΠοτέ πια το παιδί μην πειραχτείΠοτέ κανείς σημαία να μην κρύψειΤου Έλληνα η γενιά μην αλλαχτεί(Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα)
Σε μπέρδευε η φιγούρα του. Ήταν ταυτόχρονα ένα γερασμένο παιδί κι ένας γέροντας που κινούταν από λάθος ακόμη ανάμεσα στους ζωντανούς.Μα είχε μια σπίθα στο βλέμμα του, μια αθωότητα που σπάνια συναντάς ακόμη και στα παιδικά μάτια πια.Άφηνε μια αίσθηση πως είχες να κάνεις με κάτι «αέρινο», κάτι φιλικά απόκοσμο. Μπέρδευε τα μέσα σου και δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις τι σου βγάζει.Χαρά, λύπη, οίκτο, ευγνωμοσύνη, δέος, όλα μαζί ή τίποτα απ’ όλα αυτά..Αγάπη ;Στεκόταν πάντα εκεί. Κάθε που βράδιαζε, η παράξενα γοητευτική παρουσία του, συμπλήρωνε τη γωνιά του δρόμου, το πέρασμα των τόσων ανθρώπων, το σημείο που το φως απ’ τη λάμπα χανόταν στη σκοτεινιά.Συμπλήρωνε το κενό που άφηναν στο διάβα τους οι περαστικοί και ας μην το ένιωθαν οι περισσότεροι.Τι παράξενο..Δεν θα το πίστευα αν δεν το έβλεπα με τα μάτια μου.. και πάλι, χρειάστηκε χρόνος να το δεχτώ.. Τι έκανε εκεί, κάθε βράδυ, με το κρύο, με τη βροχή, με τη ζέστη κατάχαμα με ένα σακί στο πλάι κι ένα πανέρι μπροστά του ;Δεν ξεκουραζόταν γιατί πολλές φορές παρατήρησα από την απέναντι γωνία την αγωνία στο πρόσωπό του όταν γέμιζε προσεκτικά το πανέρι από το σακί του μη χαλάσει κάτι.. μη σπάσει κάτι.. Δεν ζητιάνευε γιατί δεν είχε κάποιο δίσκο να του πετάνε κέρματα.Μάλιστα, αν κάποιος έκανε να του δώσει κάτι, του έπιανε το χέρι με τα δυο του χέρια, το ένα από πάνω και το άλλο από κάτω, σαν να του πιάνει την καρδιά, γεμάτος γαλήνη στο βλέμμα. Και ο περαστικός σάστιζε, έκανε πίσω κι έφευγε.. πάντα.Φυσικά τίποτα δεν πουλούσε..Χάριζε.. έκανε δώρα ή -αντίδωρα- στους περαστικούς, σε ανθρώπους που δεν ήξερε χωρίς να δέχεται τίποτα σαν αντάλλαγμα.. πόσο παράξενο, πόσο περίεργο..Μα το πιο παράξενο είναι πως «άδειαζε» κάθε που έδινε ένα από τα πράγματά του.Έδειχνε μια ανακούφιση που θύμιζε την έκφραση εκείνου που μέσα σε γαλήνη αφήνει την τελευταία του πνοή.Αλήθεια είναι.. και η αλήθεια είναι πάντα σκληρή. Σκίζει τα σωθικά, μετατρέπει το παγερό βλέμμα σε βλέμμα απόγνωσης. Δείχνει την πιο τρομακτική εικόνα που είναι αυτή, του εαυτού μας..Δίνει μια τόσο απλή εξήγηση που αισθανόμαστε τόσο μα τόσο χωρίς μυαλό, χωρίς καρδιά..Δεν υπάρχει πια στη γωνιά εκείνη.. Δεν χαρίζει πια τα υπάρχοντά του κι όλα εκείνα τα πραγματάκια που ‘φτιαχνε πάντα σε σχήμα καρδιάς.. Μια καθημερινή ιστορία, θα μου πεις..Τόσο καθημερινή όσο και η ανθρωπιά που έχουμε όλοι, όσο η σκέψη και μόνο να δίνουμε, να δινόμαστε χωρίς υστεροβουλία, τόσο καθημερινή όσο και η αγωνία μας να μας αφήσουν οι άλλοι να δείξουμε την αγάπη μας, να τους μάθουμε να την δέχονται χωρίς καχυποψία..Μου είπε κάποιος πως και στη δική του γειτονιά, πρόσφατα, ήρθε ένα τέτοιο πλάσμα και απόμερα σε κάποια γωνιά, μοίραζε ψωμάκια στα παιδιά (πάντα σε σχήμα καρδιάς) και κόκκινο κρασί σε πλαστικά ποτηράκια στους μεγάλους.. κι ακόμα μου είπε πως οι μεγάλοι, οι πιο πολλοί, δεν πλησίαζαν καν να πάρουν τα δώρα τους γιατί έβλεπαν τα χέρια του τρυπημένα και το μέτωπό του χαραγμένο με σημάδια λες και κάποτε, κάποιοι του είχαν φορέσει αγκάθινο στεφάνι..
Πολύ καλό και αληθινό blog
Σου εύχομαι τα καλύτερα!!!
Φιλιά